Ιουνίου 03, 2007

Περι ληστείας τα παλιά τα χρόνια ( Φώτης Γιαγκούλας , Ρεντζαίοι, Η σφαγή στο Δήλεσι )




















Πρόλογος

Οταν είμασταν παιδιά αγαπημένο παιγνίδι ήταν το «κλέφτες και αστυνόμοι»
Πάντα με γοήτευε να παίρνω τον ρόλο του κλέφτη συνεπαρμένος από θρυλους για λήσταρχους παληκάρια , που βοηθούσαν τους φτωχούς , τους αγαπούσαν όμορφες αρχοντοπούλες και πέθαιναν με μπαμπεσιά.

Βέβαια μεγαλώνοντας ανακάλυψα ότι, καταρχήν  τα πράγματα δεν ήταν τόσο ρόδινα όπως μου τα λέγανε αφήστε που οι πραγματικοί λήσταρχοι είναι άλλοι (τράπεζες , πολιτικοί , μεγαλοδικηγόροι κλπ κλπ)

Για να ξαναγυρίσουμε στους "θρυλικούς" ΄'ησταρχους αυτοι ήταν οι Νταβέλης, Κακαράπης , Ρεντζαίοι ,Γιαγκούλας , Αρβανιτάκηδες και άλλοι. Ολοι τους παιδιά της φτώχειας της αδικίας αλλά και της αναρχικής νοοτροπίας τους , έχουν εισχωρήσει στην περιοχή του μύθου και παραμένουν ακόμη γοητευτικά.
Στον μύθο αυτόν, γίνονται ληστές για να εκδικηθούν την κοινωνία που λόγω χαμηλής καταγωγής τους είχε καταφρονέψει. Κάποιες φορές, τις περισσότερες ίσως , η προφανής αφορμή - λέει ο θρύλος -  είναι η εκδίκηση για ένα φόνο,  κάποιες άλλες  η «ατιμη η κοινωνία » που τους αρνείται το δικαίωμα να στεφανωθούν το ταίρι που αγαπούν ή μια αδικία τελοπάντων που τους έγινε . Ετσι η εκδίκηση τους στην περίπτωση αυτή είναι θοβερή τρομερή .
Ολοι τους τελικά έβαλαν τα κεφάλια τους στον τορβά.


 Ο Φώτης Γιαγκούλας







Ο Φώτης γεννήθηκε στα 1900 στο χωριό Λιβαδερό του νομού Κοζάνης

Στην ηλικία των δεκαέξι χρόνων ξεκίνησε τη ζωή του ληστή.

Ήταν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μια περίοδο που η ζωοκλοπή ανθούσε, όταν ο Φωτης κατηγορήθηκε από συγχωριανούς του ότι χάθηκαν δυο άλογα από τη βοσκή και υπαίτειος ήταν αυτός .
Ισχυρίστηκε ότι ήταν αθώος (ποιος ξέρει ?) αλλά τον πιάσανε και τον οδήγησαν στη Λάρισα. Τέσσερις μήνες έμεινε εκεί στη φυλακή και με κάποια χρήματα που έδωσε αποφυλακίστηκε .
Δεν ξαναγύρισε στο χωριό και πήρε τον «κακό τον δρόμο»


Ηταν ενα χρόνο μετά όταν ένας φίλος του Γιαγκούλα που αγαπούσε μια κοπέλα από τον Πολύραχο αλλά δεν του την δίνανε η δικοί της με τίποτα
Ο Γιαγκούλας σαν καλός φίλος λοιπόν, έλυσε ένα βράδυ για πάντα το πρόβλημα κόβοντας το κεφάλι του γέρου.
Ένα τέτοιο γεγονός στις κλειστές κοινωνίες δεν μένει κρυφό Η αστυνομία σύντομα εξακρίβωσε το δράστη και ένα μήνα αργότερα περικύκλωσε το κονάκι που κρύβοταν  συλλαμβάνοντάς τον  για δεύτερη φορά.

Τον πήγανε στις φυλακές της Αίγινας και εκεί παρεμεινε δύο χρόνια. Μετά ίσως γιατί θεώρησαν ότι οι φυλακές αυτές δεν ήταν πολύ ασφαλείς για το Γιαγκούλα και κάτω από δυνατή αστυνομική ακολουθία ξεκίνησαν να τον πάνε σιδηροδέσμιο στο Γεντι Κουλέ .
Λίγο πριν τη γέφυρα Μπαμπά κοντά στη Λάρισα το τρένο ελάττωσε την ταχύτητα του, ο Γιαγκούλας ξέφυγε από τη επιτήρηση και πήδηξε από το τρένο μαζί με τις βαριές του αλυσίδες. Οι χωροφύλακες έμειναν να τον παρακολουθούν να την κοπανάει και να μην κάνουν τίποτε.
Ο Φώτης λοιπόν, κουβάλησε τις αλυσίδες του όλον τον μακρύ δρόμο μέχρι τα Σέρβια, όπου εκεί τις έκοψε ένας σιδεράς..

Μετά τη απόδραση του από το τρένο λέει ο μύθος πήγε μια μέρα στο Μεταξά να ζητήσει ένα κορίτσι, που το αγαπούσε πολύ καιρό, την Ευαγγελία. Αλλά ο πατέρας της δεν ήθελε να τη δώσει σε ληστή κι έτσι ο Γιαγκούλας την απαγάγει και ζεί μαζί της στο λημέρι του κλέβοντας τους περαστικούς και ότι άλλο έβρισκε πρόχειρο στα γύρω χωριά.
Κάποια μέρα πήγε στα Σέρβια και τυχαία συνάντησε τον αστυνόμο Σούλιο, ο οποίος επέστρεφε στο σπίτι του στο Μεταξά. Ο Σούλιος ήταν ο άνθρωπος που τον συνέλαβε και τον έχωσε φυλακή πριν τρία χρόνια.
«Ο Γιαγκούλας λοιπόν, είδε και αναγνώρισε το μισητό αστυνόμο, τον χαιρέτησε και την επόμενη στιγμή τον αποκεφάλισε. Μετά έβαλε το κεφάλι του στη μέση δρόμου και τοποθέτησε ένα σημείωμα επάνω στα μαλιά του, σ' αυτό εξηγούσε γιατί μίκραινε τη ζωή και το σοιμιΐ του Σούλιου. Το σημείωμα αυτό πρέπει να υπάρχει ακόμη στο δικαστήριο. Μετά από αυτό, άρχισε η αστυνομία να τον κυνηγάει πιο επίμονα.» (μαρτυρία του αδερφού του.)

Κατά μια άλλη εκδοχή τον Σούλιο το σκότωσε υπερσπιζόμενος την τιμή μιας εξαδέλφης του ονόματι Μαρίας.
Όπως και να έχει στα 1920 ο Φώτης Γιαγκούλας είναι διάσημος πια , με όλη την αστυνομία στο κατόπιν του και την αμοιβη για το κεφάλι του να εκτινάσεται από 20.000 στις 600.000 δραχμές ποσο αστρονομικό για την εποχή.

Ο μύθος λοιπόν  του Γιαγκούλα θέλει ιστορίες να τραφεί και αυτές ήταν πολλές .


- Λέγεται πως πρίν φύγει από τα παλιά του λημέρια, πήγε στο Μεταξά και έδωσε στον παπά με την παρουσία του δημάρχου και τριών δημοτικών συμβούλων, 6.000 δραχμές για να χτίσουν με τα χρήματα αυτά μία εκκλησία και να της έδιναν το όνομα του.
Μετά από ένα χρόνο όταν ο Γιαγκούλας επέστρεψε δεν είχε γίνει τίποτα. Ανακάλυψε γρήγορα τι είχε γίνει η δωρεά του. Οι πέντε κύριοι είχαν μοιραστεί τα χρήματα .Τελικά ο καθένας απ' τους πέντε πήρε το μερτικό του. Σε μια νύχτα ο Γιαγκούλας αποκεφάλισε και τους πέντε.

-Μια άλλη φορά  απήγαγε κάποιον γιατρό από την Λάρισα. Αφού τον μετέφερε στο άντρο του, έστειλε μήνυμα  για λύτρα στην γυναίκα του με την υπογραφή, “βασιλιάς των ορέων”. Αυτή δεν έστειλε τα λύτρα, γιατί μικροπαντρεμένη με τον ηλικιωμένο γιατρό, προτίμησε μάλλον την χηρεία από πολύχρονη καταδίκη. Ξαναέστειλε άλλο μήνυμα με κατάρες και απειλές . Τα ίδια.  Στην τρίτη του προσπάθεια για να πείσει την "ανόητη"  γυναίκα της έστειλε μαζί με το μήνυμα   και το αφτί του άντρα της. Τίποτε. Αυτή άκαμπτη προτίμησε τον βραχύ θρήνο από την απώλεια του ποσού. Ο Γιαγκούλας αφού το έκανε μαύρο στο ξύλο τον γιατρό, του υπέδειξε τον δρόμο για το σπίτι του, όπου τον έστειλε να επιβάλει την τάξη στην γυναίκα του και για να σιγουρευτεί πως θα φτάσει και εγκαίρως του χάρισε, και ένα μουλάρι.

-Πολλές φορές ο ληστής συνδύαζε το φαγητό με τη «διασκέδαση» και το υψηλό ρίσκο. Μεταμφιεζόταν και πήγαινε να δειπνήσει ακριβώς δίπλα στα αποσπάσματα που τον κυνηγούσαν. Καθώς έτρωγε άκουγε τους χωροφύλακες να καταστρώνουν τα σχέδια για τη σύλληψη του. Μια φορά μάλιστα ο Γιαγκούλας φεύγοντας από το εστιατόριο άφησε κάτω από το πιάτο του ένα χαρτάκι που έγραφε «βασιλεύς των Ορέων, Γιαγκούλας» κι έφυγε. Όταν ο εστιάτορας το βρήκε και το έδειξε στους κυνηγούς, εκείνοι έγιναν έξαλλοι. Έτρωγαν δίπλα στο θήραμά τους, που δημόσια τους χλεύαζε και τους γελοιοποιούσε.

- Νά και μια επιστολή του ενδεικτκά προς τον αρχηγό του αποσπάσματος που τον καταδιώκει.

«Τί πιέζεις τους εργατικούς ανθρώπους και τους κτηνοτρόφους αφού βρε κωλογαλονάδες γαμώ τ’ αστέρια σας και όλη την οικογένειά σας, αφού σας στέλλω είδηση όπου περνώ και δεν έρχεστε να πολεμήσωμε. Τί φταίγει ο κόσμος ο εργατικός και τους κακοπιέζεις; Έλα εσύ ρε αρχίδι και γίνε τσομπάνος και αν θέλης πρόδωσέ με. Την μίαν την βραδυάν θα με προδώσεις, την άλλη την βραδυάν θα σε κόψω σαν τ’ αρνάκι.
Από σήμερα και εντεύθεν να ξεύρης εάν κακοποιήσεις τους ανθρώπους θα σε κάνωμε στρατοκαρτέρια και θα σε πελεκήσωμε με τα σπαθιά μας. Τ’ άντερα σου θα σου τα κάνωμε κοκορέτσι και θα σου τα δώσουμε να τα φας. Κι αυτή τη στιγμή σε καλούμε να έλθης βρε αρχίδι να έλθης να πολεμήσωμε εδώ απάνω εις τον άγιον Προφήτην Ηλίαν»  εγώ ο Φωτης Γιαγκουλας


Στις ράχες του Ολύμπου ο ρωμαλέος και μοβόρος Γιαγκούλας φτιάχνει ευκαιριακές συμμορίες με άλλους του συναφιού. Τους Τζαμίτρα, Πάνο Μπαμπάνη και Λεωνίδα Μπαμπάνη και μοιράζεται την επικράτεια της Θεσσαλίας με τον διαβόητο ληστή Μήτρο Τζατζά.
Στο ενεργητικό του Γιαγκούλα καταχωρούνται πάνω απο 50 φονικά.

Το 1925 απαγάγει δύο επιφανείς Λαρισαίους, που τους μεταφέρει στον Όλυμπο ζητώντας λύτρα.  .
Το ημερολόγιο έγραφε 20 Σεπτεμβρίου 1925, ημέρα Κυριακή, όταν ένα καλά οργανωμένο απόσπασμα από 27 σκληροτράχηλους χωροφύλακες και 5 εκπαιδευμένους αγροφύλακες, έχοντας και δυο-τρεις καταδότες στις τάξεις του, καταφέρνει να περικυκλώσει τους διαβόητους λήσταρχους του Μεσοπολέμου, Φώτη Γιαγκούλα και Πάντο Μπαμπάνη, στο απρόσιτο λημέρι τους στα κορφοβούνια πάνω από την Κλεφτόβρυση.
Στη συμπλοκή ο Γιαγκούλας τραυματίστηκε απο τον ενωμοτάρχη Καλιογούρα που τον αποτέλειωσε με δύο σφαίρες στην κοιλιά.
Μαζί του σκοτώθηκε ο Τζαμίτρας και ο Πάνος Μπαμπάνης, ενώ παραδόθηκε ο Λεωνίδας Μπαμπάνης. (Ο τελευταίος αργότερα δραπέτευσε και ξαναβγήκε στο κλαρί.)

 «Ύστερα από το τέλος των τριών λήσταρχων, ένας κτηνοτρόφος, ονόματι Καλαϊτζής, παρακάλεσε το μοίραρχο Πετράκη να αναλάβει το μακάβριο έργο να κόψει αυτός το κεφάλι του Φώτη Γιαγκούλα, και μάλιστα με το ίδιο μαχαίρι με το οποίο, όταν ο λήσταρχος ήταν εν ζωή, κατά τα λεγόμενα του Καλαϊτζή, τον είχε απειλήσει τέσσερις φορές να τον σφάξει. Ο μοίραρχος το αποδέχθηκε, “διότι κανείς άλλος δεν ήθελε να κάνει το έργον του χειρούργου“. Και ο κτηνοτρόφος “όρμησε κατά του άψυχου Γιαγκούλα και τον ήρπασεν από τα μαλλιά. Έσυρε στο κατόπιν το μαχαίρι του ίδιου του λήσταρχου (ένα μικρό ευτελέστατον που κόβουν το ψωμί) και μετ’ ολίγον εχώριζε την κεφαλήν από το σώμα κρατήσας το μαχαίρι ως ενθύμιον αφού του το προσέφερεν ο κ. Πετράκης”». (μαρτυρία μέλους του αποσπάσματος).

Ο βασιλιάς των Ορεων περνά στην ιστορία Τα κεφάλια των σκοτωμένων κρεμάστηκαν στα κάγκελα του σιδηροδρομικού σταθμού Κατερίνης και αργότερα μεταφέρθηκαν και μουμιοποιήθηκαν στο μουσειό Ιατροδικαστικής.







Ρετζαίοι - Οι Βασιλείς της Ηπείρου 
Ηταν την άνοιξη του 1909 όταν ο τσέλιγκας του Ανωγείου Ιωαννίνων Κώστας Ρεντζος πήγε στο βουνό να δεί τα ζά του και χάθηκε για πάντα . Φήμες αργότερα έλεγαν πως τον σκότωσαν ζωωκλέφτες και το κουφάρι του τα εφάγαν τα αγρίμια.
Εμεινε χήρα η γυναίκα του και πέντε ορφανά που απο τσελιγκόπουλα βολόδερναν για να επιβιώσουν .
Εκείνη την εποχή οι διάσημοι της ιστορίας μας τα δύο ορφανά ο Γιάννης και ο Θύμιος ήταν 10 και 7 χρονών αντίστοιχα .

Τα χρόνια περνούν τα Γιάννενα ελευθερώνονται απο τους Τούρκους και ο Γιάννης πάει φαντάρος. Εκεί κάποιος του σφυράει ότι δολοφόνοι του πατέρα του ήταν οι τάδε ταδε και τάδε. Μια και δυό λοιπόν λιποτακτεί μαζί με τον οπλισμό του πάει στο χωριό βρίσκει τον μικρό αδερφό τον Θύμιο και πάνε να πάρουν εκδίκηση.
Βγαίνουν λοιπόν στο βουνό, ανακαλύπτουν τους 3 θεωρούμενους δολοφόνους και τους σκοτώνουν.
Λιποταξία και φόνος ίσον ικανή αιτία την εποχή εκείνη για να πάρουν τα βουνά.
Το ρίχνουν στις ληστείες και στις απαγωγές . Τον Μάρτιο του 1917, μαζί με άλλους λήστεψαν ένα καραβάνι που κατευθυνόταν από τα Ιωάννινα προς την Καλαμπάκα, σκότωσαν έναν εβραίο έμπορο και του αφαίρεσαν 100.000 κορώνες και, ακόμη, κινδύνεψε από αυτούς η σωματική ακεραιότητα του Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου, ο οποίος κατευθυνόταν στα Ιωάννινα.

Μέρα με την μέρα ληστεία με την ληστεία το κύρος τους μεγαλώνει στα χωριά ανάμεσα στις περιοχές Πρεβέζης Αρτας και Ιωαννίνων. Μοίραζουν μέρος των κλοπιμαίων σε φτωχούς, χήρες, ορφανά και αρρώστους απονέμουν και "δικαιοσύνη" .Αυτό τους εξιδανικεύει στα μάτια των χωρικών
Παρόλα αυτά
βαρύνονταν για πάνω από 80 φόνουςήταν ανεξέλεκτοι και διέθεταν και σφραγίδα με την ένδειξη: «Ληστοσυμμορία αδερφοί Ρετζαίοι».


 Στα χρόνια εκείνα τα «κακοποιά στοιχεία» που λυμαίνονταν την ύπαιθρο δρούσαν τελείως ανεξέλγκτα Το τότε κράτος δικαίου στην δίνη των πολέμων και των πολιτικών ανακατάξεων αδυνατούσε να ανταπεξέλθει στην καταστολή.
Ανδρες για αποσπάσματα δεν υπήρχαν και το μέτρο της επικήρυξης απο μόνο του δεν έφτανε.Οπότε η κυβέρνηση του δικτάτορα Πάγκαλου, βγάζει ένα νόμο (1924) που έλεγε ότι "Όποιος ληστής σκοτώσει άλλον επικηρυγμένο, παίρνει αμνηστία".

Όπως ήταν φυσικό έγινε χαμός μέγας .
Ολοι οι μεγάλοι λήσταρχοι "πούλησαν" στην κυβέρνηση κεφάλια ληστών μικρότερης ικανότητας για την αμνηστεία και την άρση της επικύρηξης
Στην περίπτωση αυτή οι Ρεντζαίοι σκοτώνουν 2 τύπους ονόματι Σταύρο Σιντόρη και Κοντογιώργη ( συντρόφους τους ίσως ), παίρνουν αμνηστεία, φοράνε δυτικά ρούχα και μπαίνουν ως κύριοι στα Γιάννενα, και επειδή ο βήχας και ο παράς δεν κρύβονται αγοράζουν ένα αρχοντικό στη κεντρική πλατεία.




Και βέβαια όταν έχεις χρήματα είναι όλοι φίλοι σου , η κοινωνία τους αποδέχεται και τους αποθεώνει.
Τα καλόπαιδα συναγελάζονται με όλα τα επιφανή μέλη της κοινωνίας. Τραπεζίτες, χωροφύλακες, στρατιωτικούς. Με τον διοικητή της χωροφυλακής δε, έχουν γίνει κώλος και βρακί. . Άσε που είναι και νοικάρης τους! Ο Γιάννης παντρεύεται κιόλας, αποκτάει και ένα παιδί.

Αλλά όπως λέει και ο λαός "πρώτα σου βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι" Σε κάποια στιγμή σε συνεργασία ίσως  με τον διοικητή της Χωροφυλακής και τον διοικητή της Εθνικής Τράπεζας στα Γιάννενα, μαθαίνουν πως 13 Ιουνίου 1926, τάδε ώρα, φεύγει από την Πρέβεζα γκαζοζέν(τύπος αυτοκινήτου της εποχής) με προορισμό τα Γιάννενα, φορτωμένο με 15.000.000. Οι φρουροί θα ήταν 9.

Ετσι στις οκτώ και μισή το πρωί της 13 Ιουνη του '26 στο 74ο χιλιόμετρο της δημοσίας οδού Ιωαννίνων -Πρεβέζης, στη θέση Πέτρα η χρηματαποστολή της Εθνικής Τραπέζης ακινητοποιήται με την τοποθέτηση ενός κορμού δέντρου και μέσα σε μια κόλαση πυρός σκοτώνουν τους φρουρούς, αρπάζουν τα λεφτά και γίνονται μπουχός . Κάνουν όμως ένα λάθος.
Νομίζουν για νεκρό τον φρουρό που καθόταν συνοδηγός . Αυτός όμως είναι ζωντανός. Δεν του δίνουν χαριστική βολή και αυτός ο ταλαίπωρος ακούει μέσα στη ζάλη του «καπετάν Θύμιο», «καπετάν Γιάννη»

Ενα τέτοιο γεγονός όμως δεν μένει εντός των τοιχών της κοινωνίας των Ιωαννίνων. Ο τύπος των Αθηνών ωρύεται και τα πράγματα για τους Ρεντζαίους είναι ζόρικα. Φεύγουν πάραυτα για την Αλβανία .Πολλά κλοπιμαία που δεν μπορούν να κουβαλήσουν τα χώνουν σε κουφάλες και μερικοί ταλαίπωροι τα ψάχνουν μέχρι σήμερα! Αλλάζουν ονόματα και πάνε στο Μπάρι της Ιταλίας, μετά Μιλάνο, Βελιγράδι , Βράιλα Ρουμανίας και τέλος στη Βάρνα της Βουλγαρίας.

Ο καιρός περνάει αλλά το γεγονός δεν ξεχνιέται και τον Νοέμβρη του 1928 συλλαμβάνονται στην Βουλγαρία και μπαίνουν σιδηροδέσμιοι στην Ελλάδα (λέγεται ότι τους πρόδωσε ο πεθερός του Γιάννη.) Στους σταθμούς του τρένου, πλήθος κόσμου συνέρρεε να δει από κοντά τους Ρεντζαίους μέχρι που έφτασαν στην Αθήνα όπου πλήθος τους «υποδέχθηκε» στο σταθμό Λαρίσης και στις φυλακές Συγγρού.

Μετά από λίγο καιρό μεταφέρθηκαν στις φυλακές Κέρκυρας για να περάσουν απο δίκη την «δίκη των δικών» όπως την ανέφερε ο τύπος της εποχής .

Μεχρι την δίκη συμβαίνει ένα γεγονός που αγγίζει τα όρια του θρύλου.

Οι Ρεντζαίοι, άγνωστο με ποιο τρόπο «ένα βράδυ βρέθηκαν έξω από τη φυλακή στο Βίδο, πήδηξαν σε μία βάρκα και με την απειλή μαχαιριού εξανάγκασαν τον βαρκάρη να τους μεταφέρει απέναντι στην Αλβανία, διαφορετικά θα τον σκότωναν του είπαν.
-Τραβάτε κουπιά ,τους είπε ο πονηρός βαρκάρης, αν θέλετε να φτάσουμε γρήγορα.
Οι δυο Ρεντζαίοι που να ήξεραν από θάλασσα και κουπιά. Έτσι οι δυο λύκοι βρέθηκαν να τραβούν κουπιά το πρωί από τους λιμενικούς λίγο έξω από την Κέρκυρα. Ο πονηρός βαρκάρης κρυφά είχε καταφέρει να ρίξει την άγκυρα και οι Ρεντζαίοι τραβούσαν κουπί, χωρίς να πάρουν χαμπάρι πως η βάρκα ήταν στο ίδιο σημείο. Βλαστημώντας και με σκυμμένα κεφάλια γύρισαν στα κελιά τους.»

Η δίκη γίνεται το 1929 και το κακουργοδικείο Κερκύρας αποφασίζει "είς θάνατον".

Στις 5 Μαρτίου του 1930 τα ξημερώματα περνάνε στην σφαίρα του μύθου. Τα πτώματά του μένουν σε κοινή θέα μέχρι στις μία το μεσημέρι και μετά παραδίδονται στην μάνα τους.

Λέγεται ότι τις τελευταίες στιγμές μπροστά στο απόσπασμα ο Θύμιος φώναξε «Χτυπάτε, παιδιά, από την κοιλιά και απάνω!» άλλοι λένε ότι ζήτησε να τους πυροβολήσουν στο στήθος και όχι στο πρόσωπο και ο Γιάννης φώναξε «Με μια σφαίρα σκότωνα εγώ κι όχι με τριάντα!»








Οι Αρβανιτάκηδες και η σφαγή στο Δήλεσι.


 
….Kαμιά φορά φωνές ακούονται την νύκτα, φωνές μιας γυναικός που άνδρες πολλοί σ' ένα χαντάκι την βιάζουν, ή άλλες φορές, άλλες φωνές - εκείνο το δυσοίωνο παράγγελμα: "Στον τόπο !" που μέγαν τρόμον έσπερνε μέσ' στις ψυχές των οδοιπόρων, όταν μαχαίρια άστραφταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν στον δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έριχνε στα χέρια των ληστανταρτών, που φουστανέλλα λερή φορώντας, έτσι καθώς προβάλλανε από την μπούκα μιας σπηλιάς, με παλληκάρια μοιάζανε του Oδυσσέα Aνδρούτσου, σαν νάταν ο τόπος το Xάνι της Γραβιάς και οι ταξιδιώται τούτοι, στρατιώται του Kιοσέ Mεχμέτ ή του Oμέρ Bρυώνη - έτσι, καθώς απ' το Πικέρμι ξεκινώντας, περνώντας μέσ' απ' την Nταού Πεντέλη, από τον δρόμο αυτόν, προς μονοπάτια δύσβατα τους λόρδους οδηγούσαν (ξανθά παιδιά της Iνγκλιτέρας που στην Eλλάδα ήρθανε και αγιάσαν) με τα χαντζάρια οι λησταί κεντρίζοντάς τους (ω Eδουάρδε Xέρμπερτ ! ω Bάινερ, ντε Mπόυλ και Λόυντ !) ώσπου να φθάσουν σε σίγουρα λημέρια, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη, για λύτρα βασιλικά ή για μαχαίρι (στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Xρυσό κριάρια) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή (για δες καιρό που διάλεξε ο Xάρος να με πάρη) ενώ ο χειμώνας τέλειωνε και ζύγωνε η Λαμπρή, και μύριζε παντού πολύ το πεύκο, το θυμάρι, για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, (ω Aρβανιτάκη Tάκο ! ω Aρβανιτάκη Xρήστο ! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ Kαταρραχιά !) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη…….

Με αυτόν τον υπέροχο τρόπο ο Εμπειρίκος στο έργο του «Ο Δρόμος» περιγράφει ανάγλυφα τα γεγονότα της εποχής.


Για να δούμε λίγο τι έγινε.
Ηταν άνοιξη του 1870 και η παλιά Ελλάδα πασχίζει να γίνει κράτος δικαίου.
Η ληστεία ηταν ένα καθημερινό γεγονός . Μέχρι πριν λίγα χρόνια οι ληστές έφταναν μέχρι τις παρυφές της πόλης των Αθηνών. Ειχαν γίνει προσπάθειες με κάποια επιτυχία να απομακρυνθούν τουλάχιστον, αλλά η Αττική ήταν ακόμα γεμάτη από πυκνά ρουμάνια και δάση . Φανταστείτε οι Αμπελόκηποι ήταν μια χέρσα περιοχή και ότι εκεί που βρίσκεται το σημερινό αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος» ήταν πυκνό δάσος με βελανιδιές και πεύκα που οι ντόπιοι κυνηγούσαν αγριογούρουνα.
Είναι 30 του Μαρτιού, Μεγάλη Παρασκευή και μια χαρούμενη παρέα από ξένους διπλωμάτες και περιηγητές ξεκινά πρωί πρωί να πάνε στον Μαραθώνα να δούν τον τόπο της γνωστής μάχης. Είναι ο Αγγλος βαρώνος Μουγκάστερ και η λαίδη σύζυγός του , το ζεύγος Λοϋντ με της κόρη τους Μπάρμπαρα, οι γραμματείς της Αγγλικής πρεσβείας Χέμπερτ και της ιταλικής Αλβέρτος Μπόυλ καθώς ο Φρειδερίκος Βίγκνερ , εγγονός του κόμητος Γκρέυ.
Μαζί τους τα υψηλά αυτά πρόσωπα έχουν 4 έφιππους χωροφυλάκους για προστασία από τους ληστές.
Πήγαν είδαν θαύμασαν και το απομεσήμερο πήραν τον δρόμο του γυρισμού.


Ξάφνου εκεί στις ανηφόρες του Πικερμιού ξεπροβάλουν άγριοι ληστές και σύντομη μάχη με τους χωροφυλάκους γίνεται . Δύο χωροφύλακες πέφτουν νεκροί και οι άλλοι παραδίδονται. Οι ληστές 21 πάνοπλα άτομα το σύνολο, ανήκουν στην φοβερή συμμορία των αδελφών Αρβανιτάκηδων του Χρήστου και του Τάκου. Ηταν ο φόβος και ο τρόμος της Αττικοβοιωτίας . Ολοι τους επικηρυγμένοι για φόνους και ληστείες με το πρωτοπαλίκαρο τον Καταραχία να έχει την μερίδα του λέοντος από φόνους.



Καταλαβαίνουν ότι έπεσαν σε χρυσορυχείο οδηγούν τους ομήρους σε μια σπηλιά βορειανατολίκά της Πεντέλης και απελευθερώνουν τις γυναίκες και τους χωροφυλάκους για να μεταφέρουν το μήνυμα : «25.000 χιλλιάδες χρυσές λίρες και αμνηστία αλλιώς οι λόρδοι θα αφήσουν τα κοκαλάκια τους στο βουνό.»


Στο άκουσμα του γεγονότος και των αιτημάτων χαμός μέγας γίνεται στην Αθήνα πασχαλιάτικα . Η κυβέρνηση Ζαϊμη είναι σε δύσκολη θέση για το τί θα κάνει.
Ξεκινούν διαπραγματεύσεις με τους ληστές .
Στην αρχή  τηρεί σκλήρή στάση αλλά μετά κατόπιν πιέσεων από την Αγγλική πρεσβεία δέχεται να δώσει τα χρήματα αλλά για αμνηστεία δεν το συζητά. 

 
Οι μέρες περνούν οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και οι ληστές σουλατσάρουν ελεύθεροι στην ευρύτερη περιοχή . Μια Κυριακή μάλιστα πάνε και στην εκκλησία του Ωρωπού να παρακολουθήσουν την θεία λειτουργία.



Στις 5 Απριλίου έβδομη μέρα της αιχμαλωσίας των ξένων, φθάνει στην Ελλάδα η μητέρα του νεώτερου των ομήρων Λαίδη Βίννερ και στέλνει στον Χρήστο Αρβανιτάκη ένα δαχτυλίδι με διαμάντια με τη παράκληση να προσέχει τον 19άχρονο γιό της. Ο Αρβανιτάκης ανταπόδωσε το δώρο στέλνοντας ένα μαχαίρι με πετράδια κι ένα κομπολόι, ορίζοντας και μια συνάντηση γνωριμίας, στην οποία όμως δεν πήγε ποτέ.

Ο βαρώνος Μουγκάστερ, ένας από τους συλληφθέντες, σοφά ποιών ζήτησε να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αθήνα ώστε να στείλει στους ληστές το ποσόν τών 25.000 λιρών και να φροντίσει για τη χορήγηση αμνηστίας τους υπογράφει και συναλλαγματικές.


Ο Σούτσος όμως που είχε το γενικό πρόσταγμα από κυβερνητικής πλευράς, το μόνο που συζητούσε τώρα ήταν η άνευ όρων απελευθέρωση των απαχθέντων και η ευνοϊκή μεταχείριση των απαγωγέων.


9 Απριλίου 1870 . Η κυβέρνηση αναθέτει στον ταγματάρχη Θεαγένη να πάρει δύο λόχους στρατού και να πάει να ελευθερώσει τους ομήρους .Παράλληλα στις  8 το πρωί ένα πολεμικό καράβι αράζει στη σκάλα Ωρωπού και γυρίζει τα κανόνια προς τα κονάκια του Ωρωπού.Εν το μεταξύ  οι «επίλεκτες δυνάμεις» του Θεαγένη φτάνουν στην θέση Αγιος Γεώργιος Ωρωπού και κάνουν γιουρούσι στους ληστές. Ακολουθεί τρίωρη μάχη ένας ληστής πέφτει νεκρός και καπάκι ο Χρήστος Αρβανιτάκης σκοτώνει τον Λόϋντ. Οι ληστές υποχωρούν και ο στρατός στο κατόπιν του, σκοτώνει άλλους τέσσερις. Η συμμορία φτάνει στο Δήλεσι και οι Αρβανιτάκηδες εξαγριωμένοι βάζουν τον Καταραχιά να σφάξει τους άλλους τρεις ομήρους . Τους Μποίλ, Βίκνερ και Χέμπερτ
 
Όταν οι στρατιώτες έφτασαν στο Δήλεσι και είδαν τα πτώματα των αιχμαλώτων, άρχισαν να πυροβολούν με λύσσα εναντίον των ληστών, ενώ από τα πυρά τους έπεσαν νεκροί επτά από τους καταζητούμενους, μεταξύ των οποίων και ο αρχιληστής Χρήστος Αρβανίτης, ενώ πέντε ήταν οι συλληφθέντες. .
Η αποτρόπαια πράξη τους έμεινε στην ιστορία ως «Η σφαγή στο Δήλεσι» .

  
Οι επιζώντες από τους ληστές σκορπίζοται στα βουνά και η καταδίωξη τους θα κρατήσει μήνες. Οσοι συλλαμβάνονται από τους ληστές εκτελούνται κοινή θέα στο Πεδίο του Αρεως στην Αθήνα . 

Ελάχιστοι από αυτούς περνούν στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία που και εκεί τους συλλαμβάνουν και τους κρεμάνε οι Τούρκοι.
Ο διεθνής αντίκτυπος του γεγονότος υπήρξε τρομερός . Στον ευρωπαϊκό Τύπο η Ελλάδα αναφερόταν ως "φωλέα ληστών και πειρατών", "χώρα ημιβαρβάρων", "εντροπή δια τον πολιτισμόν". Σε επίσημα κείμενα διατυπωνόταν η άποψη ότι η Ελλάδα "τίθεται εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών" και ότι "αι ληστείαι συμφωνούνται εν Αθήναις, ένθα και διανέμονται τα χρήματα". Η αγγλική κυβέρνηση χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία ανάξια για οποιαδήποτε υποστήριξη.
Σε καθεμία από τις οικογένιες των θυμάτων δίνεται αποζημείωση 22.000 χρυσών λιρών.
Ο υπουργός Στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος παραιτείται (και αργότερα όλη η κυβέρνηση Ζαϊμη) όταν μαθεύεται ότι στα απέραντα κτήματά του στο Τατόι οι Αρβανιτάκηδες έβρισκαν προστασία.

5 σχόλια:

  1. Κι όμως το αμέλησες...

    Όντας Ηπειρώτης (και μάλιστα καταγόμενος από χωριό που κατά τις κακές γλώσσες υπήρξε ένα από τα αγαπημένα των Ρετζαίων) απαιτώ να συνεχιστεί το αφιέρωμα ΠΑΡΑΥΤΑ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. χαχαχα

    ναι ρε γαμώτι , αλλα θα το τελειώσω

    Σε καμια δεκαριά μέρες θα έχω τελειώσει την ιστορία του Λήσταρχου Νταβέλη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Φίλε Αρβανίτη, πρώτη φορά σου γράφω σχόλιο. Κάνοντας μια έρευνα για ένα αφιέρωμα στον Καραϊσκάκη με αφορμή την επέτειο του θανάτου του διάβασα τη δημοσίευση σου για παροιμιώδη βωμολοχούσα γλώσσα του Στρατηγού. Χρησιμοποίησα το ιστολόγιο σου ως πηγή στο αφιέρωμα μου.

    Το ιστολόγιο σου είναι άκρως ενδιαφέρων και εκπαιδευτικό και προσωπικά το κατατάσσω στα λίγα υψηλά ιεραρχούντα.

    Συνέχισε την άριστη αυτή προσπάθεια και ευχαριστώ.

    Όσο για το "Γιαγκούλα", εγώ μεγάλωσα με το φόβο του μιας και η γιαγιά μου (της μητέρας μου η μητέρα) με φόβιζε όταν ήμουν μικρός. Η καταγωγή βλέπεις από τη Λιβαδειά.
    Πολύ καλή δουλειά.

    Χριστός Ανέστη φίλε μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος2:25 π.μ.

    Φιλε μου μόλις με βοήθησες να βρω πληροφορίες για συγγενείς μου!!Ο παππούς μου πριν κάνα δίμηνο μου έλεγε για κάτι ξαδέρφια που είχανε κάνει τι ληστεία τις τράπεζας!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος6:23 μ.μ.

    Ετσι για την Ιστορία.
    Ο Γιαγκουλας ήταν από το Μεταξά και όχι από το Λιβαδερό Κοζάνης!
    Επίσης καμιά σχέση Λιβαδειά και Λιβαδερό!

    Παναγιώτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή